θύρδα

θύρδα, Arc. for θύραζε,= ἔξω, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θύρδα — (Α) επίρρ. (αρκαδ. τ. αντί θύραζε) έξω. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρα + δα, μεταπλασμένος τ. τού δε (I)*] …   Dictionary of Greek

  • Arcadocypriot Greek — Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

  • de-, do- —     de , do     English meaning: a demonstrative stem     Deutsche Übersetzung: Demonstrativstamm, partly ich deiktisch; Grundlage verschiedener Partikeln     Material: Av. vaēsmǝn da “ up there to the house “; Gk. δε in ὅ δε, ἥ δε, τό δε “ that… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • dhu̯ē̆r-, dhu̯ō̆r-, dhur-, dhu̯r̥- —     dhu̯ē̆r , dhu̯ō̆r , dhur , dhu̯r̥     English meaning: door     Deutsche Übersetzung: “Tũr”     Note: besides this conservative stem, the Proto form of plural and dual of such a measure (see below), woud probably fit to a certain degree… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.